ανθολογούμαι


ανθολογούμαι
ανθολογούμαι, ανθολογήθηκα, ανθολογημένος βλ. πίν. 74

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανθολογώ — (Α ἀνθολογῶ, έω) νεοελλ. διαλέγω τα καλύτερα κομμάτια, συμπεριλαμβάνω σε ανθολογία, καταρτίζω ανθολογία αρχ. 1. μαζεύω λουλούδια 2. ανθολογούμαι (για τις μέλισσες) συλλέγω το μέλι από τα λουλούδια …   Dictionary of Greek